Αρχείο για Ιανουαρίου 12, 2015

Ο Ελληνισμός δεν είναι για ξεπούλημα

Posted: Ιανουαρίου 12, 2015 by Κάτσιος Δημήτρης in Νίκος Λυγερός

Του Νίκου Λυγερού

Όταν ακούμε μερικούς υποψήφιους βουλευτές, μας δίνουν την εντύπωση ότι πιστεύουν ακράδαντα ότι ο Ελληνισμός είναι για ξεπούλημα. Βέβαια ο κάθε ραγιάς και προσκυνημένος έχει το προσωπικό δικαίωμα να το κάνει, αλλά όχι ενάντια της πατρίδας μας, γιατί τότε θα έχει να κάνει με την παράδοσή μας, όταν κάποιος προσπαθεί να μας κατακτήσει δίχως να το θέλουμε. Έφαγαν τα μούτρα τους με την μαχητικότητά μας πολύ πιο ισχυροί, που τόλμησαν να πιστέψουν το ίδιο και προσπάθησαν να μας το επιβάλουν. Δεν πρόκειται να εγκαταλείψουμε την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη μας, ούτε τον ζεόλιθο, ούτε την καινοτομία επειδή μερικοί δεν έχουν ιδέα τι είναι αυτοί οι στρατηγικοί μας στόχοι. Ζήσαμε βαρβαροκρατία 400 χρόνια και δεν ξεχάσαμε τίποτα, παρά τα μαρτύρια που υποστήκαμε, παρά τα βάσανα που αντέξαμε. Και τώρα έρχεται κάθε παραταξιακός κόλακας για να μας πείσει για την ορθότητα του κενού του. Ο πολιτισμός μας δεν βασίζεται πάνω στη λήθη και το ψέμα, αλλά στη μνημοσύνη και την αλήθεια. Αγαπάμε τη φιλοσοφία, αλλά όταν υπάρχει ανάγκη γινόμαστε οπλίτες σαν τον Σωκράτη. Αγαπάμε το θέατρο, αλλά με τον κατακτητή του δίνουμε να καταλάβει, όπως έκανε κι ο Αισχύλος. Ο καθένας μας έχει τις ευθύνες του ως Έλληνας. Οι πολιτικοί για τη θέση που παίρνουν σε πολιτικά θέματα σαν την ΑΟΖ, οι πολίτες αν ασχολούνται επί της ουσίας με τέτοια θέματα και οι δημοσιογράφοι αν επιμένουν επί του πρακτέου. Ο Ελληνισμός αποτελείται και από εμάς και πρέπει να αναρωτηθούμε όλοι τι κάνουμε γι’ αυτόν. Έτσι πρέπει ν’ αντισταθούμε σε όσους θέλουν να τον ξεχάσουν, γιατί δεν κολλάει στο πρόγραμμά τους και δεν συμπίπτει με τις φιλοδοξίες τους, γιατί είμαστε και του Κολοκοτρώνη.

Πηγή: http://www.lygeros.org/articles?n=18428&l=gr

Advertisements

Η συνέχεια του εθνικού έργου

Posted: Ιανουαρίου 12, 2015 by Κάτσιος Δημήτρης in Νίκος Λυγερός

Του Νίκου Λυγερού

Η συνέχεια του εθνικού έργου μπορεί να είναι από τις πιο επαναστατικές σκέψεις του Ελληνισμού. Διότι εδώ και αιώνες, αν κρατήσαμε το Έθνος, είναι ακριβώς γιατί δεν αλλάξαμε πορεία πάνω σε θεμελιακά θέματα. Έτσι, αποκτήσαμε τη διαχρονικότητα που μας χαρακτηρίζει και δεν είμαστε περαστικοί μέσα στην ιστορία της Ανθρωπότητας. Γιατί δεν μας εντυπωσιάζουν τα λόγια, αλλά μόνο οι πράξεις και αυτές πρέπει να είναι άξιες για να τις αποδεχτούμε και να τις ενσωματώσουμε στο κεκτημένο μας. Δεν παίζουμε μόνο, αγωνιζόμαστε για την Ανθρωπότητα. Και πολλές φορές έχουμε δείξει ακόμα και το παράδειγμα σε άλλους λαούς, σε άλλους πολιτισμούς που έχουν αντισταθεί στη βαρβαρότητα. Δεν αγαπάμε τη φωτιά, για να τα κάψουμε όλα, αλλά το φως για να τα φωτίσουμε όλα. Δεν αγαπάμε μόνο τις πέτρες, αλλά λαξεύουμε το μάρμαρο, για να γίνει έργο νοημοσύνης και μνημοσύνης. Δεν προσπαθούμε να ξεχάσουμε το παρελθόν μας, για να δημιουργήσουμε ένα τεχνητό μέλλον από το τίποτα. Δεν γκρεμίζουμε τα πάντα, για να σκεφτούμε μετά ότι δεν έχουμε τίποτα να προσφέρουμε στους δικούς μας. Λειτουργούμε με το πλαίσιο της σπανιότητας, γιατί είναι το μοναδικό που επιτρέπεται σ’ ένα λαό με μικρό πληθυσμό. Κι αν γεννήσαμε μεγάλους ανθρώπους μέσα στην ιστορία μας, είναι λόγω σπάνιας συνέχειας. Γιατί δεν χάσαμε ποτέ από τον νου μας ότι είμαστε αυτό που σκεφτόμαστε και τίποτα άλλο. Διότι είναι το έργο που δημιουργεί το ον. Κι αν η Ανθρωπότητα βλέπει θετικά τον Ελληνισμό, είναι λόγω έργου ιστορίας κι όχι ιστορίας του έργου. Ο Ελληνισμός έχει μέλλον, γιατί αυτό είναι η νοημοσύνη του που δημιουργεί πραγματικότητα.

Πηγή: http://www.lygeros.org/articles.php?n=18438&l=gr

Ο Μπόμποκ του Ντοστογιέφσκι στο Εσωθέατρο

Posted: Ιανουαρίου 12, 2015 by Κάτσιος Δημήτρης in Νίκος Λυγερός

Του Νίκου Λυγερού

Σε μια δραματοποίηση και σκηνοθεσία του Τάσου Προύσαλη ζωντάνεψε στο Εσωθέατρο ο παράξενος ήρωας του ομώνυμου έργου του Ντοστογιέφσκι. Αυτή η πράξη είναι τολμηρή από μόνη της και μάλιστα για δύο λόγους: το έργο δεν είναι από τα πιο γνωστά και το ύφος του, ως σατυρικό κείμενο, δεν είναι τόσο διαδεδομένο στον αναγνώστη του Ντοστογιέφσκι. Κι όμως η προσπάθεια του Τάσου Προύσαλη δεν είναι μόνο αξιόλογη. Συνεχίζοντας την αναζήτησή του στον εσωτερικό ανθρώπινο κόσμο, αυτή τη φορά παίζει το ρόλο του Ιβάν Ιβάνοβιτς. Αναγνωρίζουμε το υπόβαθρο του Στανισλάβσκι, αλλά υπάρχει ταυτόχρονα και μια προσφορά ακόμα πιο προσωπική. Γνωρίζει το έργο του μεγάλου Ρώσου συγγραφέα, αφού έχει ήδη δραματοποιήσει Έγκλημα και Τιμωρία (1866) αλλά και το Υπόγειο (1864). Ο Ντοστογιέφσκι έγραψε τον Μπόμποκ το 1873, δηλαδή μετά τον Ηλίθιο (1869) και τους Δαιμονισμένους (1872). Αυτό το πλαίσιο μας δίνει και μια εικόνα που έρχεται καθαρά σε αντιπαράθεση με το κωμικό στοιχείο του έργου. Αλλά το πνεύμα του Ντοστογιέφσκι είναι πολυπλοκότερο από τις απλοϊκές αναλύσεις κι εμπεριέχει και αυτό. Με άλλα λόγια το Εσωθέατρο μας επιτρέπει να ερευνήσουμε και αυτήν την πτυχή του έργου του. Ειδικά όταν έχουμε στο νου μας τι έζησε στην εξορία, στη Σιβηρία και τι έγραψε στις Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων (1861). Κι όμως, αυτός που έζησε τις εικονικές εκτελέσεις, ήταν ικανός να γράψει τον Μπόμποκ που περιγράφει τις εσωτερικές σκέψεις ενός αποτυχημένου συγγραφέα που ζει ο δύστυχος, μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, τις ψευδαισθήσεις που αναδείκνυαν τον πνευματικό του κόσμο. Και σε αυτό το πεδίο το σκηνικό του Αντώνη Πάσσαρη βοηθάει αφάνταστα τον θεατή και με τη βιβλιοθήκη και με το νεκροταφείο. Διότι μας βάζει στον μικρόκοσμο του συγγραφέα που είναι εγκλωβισμένος σε τέσσερις τοίχους κι ακούει τις φωνές ανθρώπων εγκλωβισμένων μέσα στη γη, στον τάφο τους. Έτσι έχουμε καταστάσεις που είναι ανάλογα με την περίπτωση, ανάλαφρες, αστείες, συγκινητικές, κωμικές, σατιρικές ακόμα και αισθησιακές με το χιούμορ του Ντοστογιέφσκι βέβαια. Κι έρχονται μέσα σ’ αυτό το σύμπαν τρεις περίεργες παρεμβάσεις που εκτελούνται αποτελεσματικά από τη Χρυσή Γεράρδη και τη Μαρία Θεοφιλάτου με τρόπο πικάντικο κι άκρως ζωντανό, οι οποίες δημιουργούν με τον Τάσο Προύσαλη, εκπληκτικά ντουέτα που μας αγγίζουν, αφού μας αναγκάζουν να γελάσουμε και να λυπηθούμε. Διότι η ανθρώπινη προσέγγιση γίνεται από τη γυναικεία πλευρά του συγγραφέα και του νεκροθάφτη. Κι οι δύο μας ξαφνιάζουν με τη διάθεσή τους και με τα όπλα που χρησιμοποιούν, για να καταπιέσουν τρυφερά αλλά έντονα τον καημένο και χαρούμενο συγγραφέα που αναρωτιέται συνεχώς πού είναι τα όρια αυτής της περίεργης πραγματικότητας. Έτσι βγαίνουμε από την παράσταση έχοντας μπει σε νεκροταφεία, για να κρυφακούσουμε τα κουτσομπολιά των νεκρών, προσπαθώντας να μην κάνουμε θόρυβο, γιατί ένα φτέρνισμα μπορεί να τους φοβίσει. Αφού αυτοί οι νεκροί συνεχίζουν να παίζουν χαρτιά και να συζητούν. Γιατί η παράσταση ενθαρρύνει τον θεατή να μάθει την συνέχεια από το βιβλίο του συγγραφέα που μας συγκινεί μ’ έναν διαφορετικό τρόπο μέσω του θανάτου, για να απολαύσει πιο ανθρώπινα το δώρο της ζωής.

Πηγή: http://www.lygeros.org/articles.php?n=18461&l=gr